Δευτέρα 9 Νοεμβρίου 2009

δωσίλογος

δωσίλογος αρσενικό
  • (ΤΟΤΕ)ο συνεργάτης του εχθρού που κατέχει τη χώρα του, ιδίως ο συνεργάτης των γερμανικών δυνάμεων κατοχής κατά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο

 (ΣΗΜΕΡΑ):δωσίλογος αυτός που κατοικεί σε μία επαρχιακή  πόλη γκρινιάζει για τον Πανθρακικό και όταν έρχεται η (πρώην ή νυν) τους ομαδούλα όπως μπαοκ-ρουλη-γρια-βαζελο-γάβρο, βάζει το κασκολάκι   και το παιζει οπαδός των παραπάνω.

Δεν υπάρχουν σχόλια: